Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υποθηκοφύλακας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαυπάλληλος που προΐσταται στο υποθηκοφυλακείο, που είναι υπεύθυνος για την φύλαξη και αρχειοθέτηση των βιβλίων που έχουν καταχωριστεί οι υποθήκες, οι αγοραπωλησίες και οι υπόλοιπες συμβολαιογραφικές πράξεις που σχετίζονται με την ακίνητη περιουσία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υποθηκοφύλακας < (καθαρεύουσα) υποθηκοφύλαξ < υποθήκη + φύλαξ ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική conservateur des hypothèques). Συγχρονικά αναλύεται σε υποθήκ(η) + -ο- + -φύλακας. :: Λέξη που πρωτοχρησιμοποιήθηκε το 1840 (Κουμανούδης Στέφανος, Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών, τ. Β, σελ. 1051)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυποθηκοφύλακαςυποθηκοφύλακες
Γενικήυποθηκοφύλακαυποθηκοφυλάκων
Αιτιατικήυποθηκοφύλακαυποθηκοφύλακες
Κλητικήυποθηκοφύλακαυποθηκοφύλακες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →