Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υποστατός

/i.po.staˈtos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει υπόσταση, που υπάρχει (& νομικός όρος) Βικιλεξικό
  2. που έχει υπόσταση, που υπάρχει (& νομικός όρος) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υποστατός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑποστατός / ὑπόστατος (ανθεκτικός, υποφερτός) < → δείτε ὑφίστημι. Μορφολογικά αναλύεται σε υπο- + στα-, θέμα που συναντάμε στο ίσταμαι + -τός. → δείτε τη λέξη υφίσταμαι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυποστατόςυποστατήυποστατό
Γενικήυποστατούυποστατήςυποστατού
Αιτιατικήυποστατόυποστατήυποστατό
Κλητικήυποστατέυποστατήυποστατό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυποστατοίυποστατέςυποστατά
Γενικήυποστατώνυποστατώνυποστατών
Αιτιατικήυποστατούςυποστατέςυποστατά
Κλητικήυποστατοίυποστατέςυποστατά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →