Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υποχρέωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ό,τι ο νόμος (γραπτός ή άγραφος) ή κάτι άλλο σε αναγκάζει να πράξεις Βικιλεξικό
  2. οικονομική, κοινωνική κ.λπ. δέσμευση Βικιλεξικό
  3. η αίσθηση ότι οφείλεις σε κάποιον σε ηθικό και άυλο επίπεδο για κάτι που σου προσέφερε Βικιλεξικό
  4. λογιστικήη οφειλή, πληρωτέο χρηματικό ποσό, κάτι που πρέπει να πληρωθεί (δάνεια, αγορές από προμηθευτές, κλπ., όπως δευτερευόντως και τα κεφάλαια που έχουν καταθέσει οι μέτοχοι). Είναι στοιχείο του Παθητικού Βικιλεξικό
    • η εταιρία είναι επισφαλής, οι Υποχρεώσεις της είναι είκοσι φορές περισσότερες από τα Ίδια Κεφάλαια
    • υπώνυμα: εμπορική υποχρέωση, πρόβλεψη

Ετυμολογία

υποχρέωση < υποχρεώνω + -ση (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική obligation)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυποχρέωσηυποχρεώσεις
Γενικήυποχρέωσηςυποχρεώσεων
Αιτιατικήυποχρέωσηυποχρεώσεις
Κλητικήυποχρέωσηυποχρεώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →