υποχρέωση
•
- ό,τι ο νόμος (γραπτός ή άγραφος) ή κάτι άλλο σε αναγκάζει να πράξεις Βικιλεξικό
- οικονομική, κοινωνική κ.λπ. δέσμευση Βικιλεξικό
- η αίσθηση ότι οφείλεις σε κάποιον σε ηθικό και άυλο επίπεδο για κάτι που σου προσέφερε Βικιλεξικό
- λογιστικήη οφειλή, πληρωτέο χρηματικό ποσό, κάτι που πρέπει να πληρωθεί (δάνεια, αγορές από προμηθευτές, κλπ., όπως δευτερευόντως και τα κεφάλαια που έχουν καταθέσει οι μέτοχοι). Είναι στοιχείο του Παθητικού Βικιλεξικό
- η εταιρία είναι επισφαλής, οι Υποχρεώσεις της είναι είκοσι φορές περισσότερες από τα Ίδια Κεφάλαια
- υπώνυμα: εμπορική υποχρέωση, πρόβλεψη
Ετυμολογία
υποχρέωση < υποχρεώνω + -ση (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική obligation)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υποχρέωση | υποχρεώσεις |
| Γενική | υποχρέωσης | υποχρεώσεων |
| Αιτιατική | υποχρέωση | υποχρεώσεις |
| Κλητική | υποχρέωση | υποχρεώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →