φάρδος
•
- διαστάσειςσυνώνυμο του πλάτος, η πιο μικρή διάσταση μιας επιφάνειας (η άλλη είναι το μήκος) Βικιλεξικό
- αργκόη μεγάλη τύχη Βικιλεξικό
- Μα τι φάρδος ήταν αυτό σήμερα! Κέρδισε μια περιουσία.
Ετυμολογία
φάρδος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φάρδος < φαρδ(ύς) + -ος αναλογικά προς το παχύς - πάχος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φάρδος | φάρδη |
| Γενική | φάρδους | φαρδών |
| Αιτιατική | φάρδος | φάρδη |
| Κλητική | φάρδος | φάρδη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →