Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φάρδος

/ˈfaɾ.ðos/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. διαστάσειςσυνώνυμο του πλάτος, η πιο μικρή διάσταση μιας επιφάνειας (η άλλη είναι το μήκος) Βικιλεξικό
  2. αργκόη μεγάλη τύχη Βικιλεξικό
    • Μα τι φάρδος ήταν αυτό σήμερα! Κέρδισε μια περιουσία.

Ετυμολογία

φάρδος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φάρδος < φαρδ(ύς) + -ος αναλογικά προς το παχύς - πάχος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφάρδοςφάρδη
Γενικήφάρδουςφαρδών
Αιτιατικήφάρδοςφάρδη
Κλητικήφάρδοςφάρδη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →