Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φαρδύς

/faɾˈðis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει μεγάλο φάρδος / πλάτος, που δεν είναι στενός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φαρδύς < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φαρδύς μεταπλασμός για την ελληνιστική κοινή εὐφραδής (κατά το πλατύς) με σίγηση του αρκτικού [e] και αντιμετάθεση < εὖ + φράζω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφαρδύςφαρδιάφαρδύ
Γενικήφαρδιού / φαρδύφαρδιάςφαρδιού / φαρδύ
Αιτιατικήφαρδύφαρδιάφαρδύ
Κλητικήφαρδύφαρδιάφαρδύ

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφαρδείς / φαρδιοίφαρδιέςφαρδιά
Γενικήφαρδιώνφαρδιώνφαρδιών
Αιτιατικήφαρδείς / φαρδιούςφαρδιέςφαρδιά
Κλητικήφαρδείς / φαρδιοίφαρδιέςφαρδιά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →