φάσκελο
•
- μούντζα, υβριστική χειρονομία στην Ελλάδα, βυζαντινής ή και παλαιότερης απαρχής, που συνίσταται στην επίδειξη της ανοιχτής παλάμης προς όποιον ή ό,τι υβρίζεται Βικιλεξικό
- Καὶ δίδων πέντε φάσκελα τὸ ἔθνος κατηρᾶτο, / καὶ πάλιν ἐξεθύμωνε καὶ πάλιν ἐκοιμᾶτο. (Γεώργιος Σουρής, Ο κύριος Πετσωματάς, 1886)
Ετυμολογία
φάσκελο < ελληνιστική κοινή σφάκελος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φάσκελο | φάσκελα |
| Γενική | φάσκελου | φάσκελων |
| Αιτιατική | φάσκελο | φάσκελα |
| Κλητική | φάσκελο | φάσκελα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →