Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φίλεργος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που αγαπά να εργάζεται, ο φιλόπονος, ο εργατικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φίλεργος < φίλος + έργο

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφίλεργοςφίλεργηφίλεργο
Γενικήφίλεργουφίλεργηςφίλεργου
Αιτιατικήφίλεργοφίλεργηφίλεργο
Κλητικήφίλεργεφίλεργηφίλεργο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφίλεργοιφίλεργεςφίλεργα
Γενικήφίλεργωνφίλεργωνφίλεργων
Αιτιατικήφίλεργουςφίλεργεςφίλεργα
Κλητικήφίλεργοιφίλεργεςφίλεργα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →