φαγώνομαι
•
- φθείρομαι Βικιλεξικό
- τα μπατζάκια φαγώθηκαν από το μπουσούλισμα
- μεταφορικάκαβγαδίζω με κάποιον Βικιλεξικό
- ο γιος του και η κόρη του φαγώνονται διαρκώς
- επιμένω σε κάτι Βικιλεξικό
- φαγώθηκε να επιμένει ότι είχα άδικο
- ξοδεύομαι άσκοπα Βικιλεξικό
- η κληρονομιά φαγώθηκε στα γρήγορα από τους κληρονόμους
Ετυμολογία
φαγώνομαι < ἔφαγον, αόριστος του ἐσθίω και στα νέα ελληνικά του τρώω
Άλλοι τύποι
αφαγωθώφαγωμένοςφαγωνόμουνφαγώθηκα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →