φανέλα
•
- είδος μαλακού μάλλινου υφάσματος που συχνά περιέχει και βαμβάκι Βικιλεξικό
- ενδυμασίαανδρικό και παιδικό εσώρουχο, συνήθως βαμβακερό και άλλοτε μάλλινο Βικιλεξικό
- Πλύνε μου και καμιά φανέλα, γιατί ξέμεινα
- αθλητισμόςη ομάδα Βικιλεξικό
- Ο Έλληνας μεσοεπιθετικός είχε αγωνιστεί και στο παρελθόν με τη φανέλα του Λεβαδειακού, όταν τη διετία 2021-2023 ήταν δανεικός από τον ΠΑΟΚ.
Ετυμολογία
φανέλα < (άμεσο δάνειο) βενετική fanela < ιταλική flanella (με ανομοίωση του πρώτου [l]) < γαλλική flanelle < αγγλική flannel < προέλευσης από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φανέλα | φανέλες |
| Γενική | φανέλας | φανελών |
| Αιτιατική | φανέλα | φανέλες |
| Κλητική | φανέλα | φανέλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →