Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μούντζα

/ˈmu(n).d͡za/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. υβριστικόαπρεπής και υβριστική χειρονομία που γίνεται Βικιλεξικό
    • δείχνω, ρίχνω μια μούντζα σε κάποιον ή σε κάτι
    • Πάρε μια μούντζα! ≈ συνώνυμα: πάρε πέντε, όρσε
  2. υβριστικόαπρεπής και υβριστική χειρονομία που γίνεται Βικιλεξικό
  3. υβριστικόαπρεπής και υβριστική χειρονομία που γίνεται Βικιλεξικό
  4. υβριστικόαπρεπής και υβριστική χειρονομία που γίνεται Βικιλεξικό
    • Το είδος αυτό της μούντζας ήταν συνηθισμένο και από άλλους λαούς (Σκοτσέζοι) αλλά και αγαπημένο στο στρατηγό Γ. Καραϊσκάκη ο οποίος σε κάποια τέτοια περίπτωση έφαγε στον κώλο βόλι από τους Τούρκους.
  5. υβριστικόαπρεπής και υβριστική χειρονομία που γίνεται Βικιλεξικό
    • … χρησιμοποιείται ως μούντζα, σύμφωνα με τα ξένα πρότυπα που διαδόθηκε στη χώρα μας από την τηλεόραση και τον κινηματογράφο, και η επίδειξη του μεσαίου δαχτύλου τεντωμένου ψηλά με τα υπόλοιπα δάχτυλα διπλωμένα μέσα στην παλάμη η οποία βλέπει προς το πρόσωπο του ατόμου που μουντζώνει·
  6. μεταφορικάαπόρριψη, περιφρόνηση και γενικότερα οποιαδήποτε αρνητική στάση εις βάρος κάποιου Βικιλεξικό
    • Έφαγε πολλές μούντζες στη ζωή.
  7. ειρωνικόη γυναίκα Βικιλεξικό
    • Κάθονταν δυο μούντζες στο τραπεζάκι και κουτσομπόλευαν όποιον περνούσε.

Ετυμολογία

μούντζα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μοῦντζα, με ανάπτυξη ερρίνου [n] πριν από το μεσοφατνιακό [d] < μοῦτζα, με τροπή [z > d͡z] < μοῦζα (καπνιά, τύφλα) < ίσως περσική muzh + -α, παραβάλετε μουντζούρα. Δείτε τις σημειώσεις για περισσότερα.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμούντζαμούντζες
Γενικήμούντζαςμουντζών
Αιτιατικήμούντζαμούντζες
Κλητικήμούντζαμούντζες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →