μούντζα
•
- υβριστικόαπρεπής και υβριστική χειρονομία που γίνεται Βικιλεξικό
- δείχνω, ρίχνω μια μούντζα σε κάποιον ή σε κάτι
- Πάρε μια μούντζα! ≈ συνώνυμα: πάρε πέντε, όρσε
- υβριστικόαπρεπής και υβριστική χειρονομία που γίνεται Βικιλεξικό
- υβριστικόαπρεπής και υβριστική χειρονομία που γίνεται Βικιλεξικό
- υβριστικόαπρεπής και υβριστική χειρονομία που γίνεται Βικιλεξικό
- Το είδος αυτό της μούντζας ήταν συνηθισμένο και από άλλους λαούς (Σκοτσέζοι) αλλά και αγαπημένο στο στρατηγό Γ. Καραϊσκάκη ο οποίος σε κάποια τέτοια περίπτωση έφαγε στον κώλο βόλι από τους Τούρκους.
- υβριστικόαπρεπής και υβριστική χειρονομία που γίνεται Βικιλεξικό
- … χρησιμοποιείται ως μούντζα, σύμφωνα με τα ξένα πρότυπα που διαδόθηκε στη χώρα μας από την τηλεόραση και τον κινηματογράφο, και η επίδειξη του μεσαίου δαχτύλου τεντωμένου ψηλά με τα υπόλοιπα δάχτυλα διπλωμένα μέσα στην παλάμη η οποία βλέπει προς το πρόσωπο του ατόμου που μουντζώνει·
- μεταφορικάαπόρριψη, περιφρόνηση και γενικότερα οποιαδήποτε αρνητική στάση εις βάρος κάποιου Βικιλεξικό
- Έφαγε πολλές μούντζες στη ζωή.
- ειρωνικόη γυναίκα Βικιλεξικό
- Κάθονταν δυο μούντζες στο τραπεζάκι και κουτσομπόλευαν όποιον περνούσε.
Ετυμολογία
μούντζα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μοῦντζα, με ανάπτυξη ερρίνου [n] πριν από το μεσοφατνιακό [d] < μοῦτζα, με τροπή [z > d͡z] < μοῦζα (καπνιά, τύφλα) < ίσως περσική muzh + -α, παραβάλετε μουντζούρα. Δείτε τις σημειώσεις για περισσότερα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μούντζα | μούντζες |
| Γενική | μούντζας | μουντζών |
| Αιτιατική | μούντζα | μούντζες |
| Κλητική | μούντζα | μούντζες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →