συμφιλιώνω
•
- τερματίζω μια εχθρότητα, ενεργώ έτσι, ώστε δύο άτομα ή σύνολα που είχαν έρθει σε ρήξη μεταξύ τους να γίνουν φίλοι Βικιλεξικό
- φέρνω σε επαφή δύο αντιτιθέμενα πράγματα και δημιουργώ μεταξύ τους μια αρμονική σχέση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμφιλιώνω < μεσαιωνική ελληνική συμφιλιώ < ελληνιστική κοινή συμφιλιοῦμαι < αρχαία ελληνική φίλος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συμφιλιώνω | συμφιλιώνεις | συμφιλιώνει | συμφιλιώνουμε | συμφιλιώνετε | συμφιλιώνουν / συμφιλιώνουνε |
| Παρατατικός | συμφιλίωνα | συμφιλίωνες | συμφιλίωνε | συμφιλιώναμε | συμφιλιώνατε | συμφιλίωναν / συμφιλιώναν / συμφιλιώνανε |
| Αόριστος | συμφιλίωσα | συμφιλίωσες | συμφιλίωσε | συμφιλιώσαμε | συμφιλιώσατε | συμφιλίωσαν / συμφιλιώσαν / συμφιλιώσανε |
| Μέλλοντας | θα συμφιλιώνω / θα συμφιλιώσω | θα συμφιλιώνεις / θα συμφιλιώσεις | θα συμφιλιώνει / θα συμφιλιώσει | θα συμφιλιώνουμε / θα συμφιλιώσουμε | θα συμφιλιώνετε / θα συμφιλιώσετε | θα συμφιλιώνουν / θα συμφιλιώνουνε / θα συμφιλιώσουν / θα συμφιλιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συμφιλιώσει | έχεις συμφιλιώσει | έχει συμφιλιώσει | έχουμε συμφιλιώσει | έχετε συμφιλιώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συμφιλιώσει | είχες συμφιλιώσει | είχε συμφιλιώσει | είχαμε συμφιλιώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συμφιλιώσει / να συμφιλιώνω / να συμφιλιώσω | να έχεις συμφιλιώσει / να συμφιλιώνεις / να συμφιλιώσεις | να έχει συμφιλιώσει / να συμφιλιώνει / να συμφιλιώσει | να έχουμε συμφιλιώσει / να συμφιλιώνουμε / να συμφιλιώσουμε | να έχετε συμφιλιώσει / να συμφιλιώνετε / να συμφιλιώσετε | να συμφιλιώνουν / να συμφιλιώνουνε / να συμφιλιώσουν / να συμφιλιώσουνε |
| Προστακτική | — | συμφιλίωνε / συμφιλίωσε | — | — | συμφιλιώνετε / συμφιλιώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →