φιτίλι
•
- εύφλεκτο νήμα από διάφορα υλικά, για να ανάβει κερί, καντήλι ή εκρηκτικός μηχανισμός Βικιλεξικό
- θρυαλλίδα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φιτίλι < μεσαιωνική ελληνική φιτίλιν < τουρκική fitil < αραβική فتيل (fatīl)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φιτίλι | φιτίλια |
| Γενική | φιτιλιού | φιτιλιών |
| Αιτιατική | φιτίλι | φιτίλια |
| Κλητική | φιτίλι | φιτίλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →