Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φοιτητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με φοιτητές Βικιλεξικό
    • τα φοιτητικά χρόνια, οι φοιτητικές φιλίες, ανησυχίες, πρωτοβουλίες, οι φοιτητικοί αγώνες, το φοιτητικό κίνημα

Ετυμολογία

φοιτητικός < φοιτητ(-ής) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφοιτητικόςφοιτητικήφοιτητικό
Γενικήφοιτητικούφοιτητικήςφοιτητικού
Αιτιατικήφοιτητικόφοιτητικήφοιτητικό
Κλητικήφοιτητικέφοιτητικήφοιτητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφοιτητικοίφοιτητικέςφοιτητικά
Γενικήφοιτητικώνφοιτητικώνφοιτητικών
Αιτιατικήφοιτητικούςφοιτητικέςφοιτητικά
Κλητικήφοιτητικοίφοιτητικέςφοιτητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →