Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φοίτηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η παρακολούθηση μαθημάτων σε διάφορες βαθμίδες της εκπαίδευσης, ιδιωτικής και δημόσιας, αν και συνήθως η λέξη χρησιμοποιείται κυρίως για την παρακολούθηση μαθημάτων σε εκπαιδευτικούς οργανισμούς της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φοίτηση < αρχαία ελληνική φοίτησις < φοιτέω και φοιτάω-φοιτῶ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφοίτησηφοιτήσεις
Γενικήφοίτησηςφοιτήσεων
Αιτιατικήφοίτησηφοιτήσεις
Κλητικήφοίτησηφοιτήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →