φοροελεγκτής
•
- νεολογισμόςελεγκτής της εφορίας που διενεργεί φοροελέγχους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φοροελεγκτής (νεολογισμός) < φόρ(ος) + -ο- + ελεγκτής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φοροελεγκτής | φοροελεγκτές |
| Γενική | φοροελεγκτή | φοροελεγκτών |
| Αιτιατική | φοροελεγκτή | φοροελεγκτές |
| Κλητική | φοροελεγκτή | φοροελεγκτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →