Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φοροελεγκτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με τον έλεγχο των φορολογουμένων και των φορολογικών υποθέσεων ή αναφέρεται σ' αυτόν Βικιλεξικό
    • Ωστόσο, σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών ο φοροελεγκτικός και φοροεισπρακτικός μηχανισμός εμφανίζει σοβαρές αδυναμίες καθώς οι εισπράξεις από φόρους και πρόστιμα που έχουν βεβαιωθεί υπολείπονται των στόχων που προβλέπονται στο μνημόνιο. (*)

Ετυμολογία

φοροελεγκτικός < φοροελεγκτής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφοροελεγκτικόςφοροελεγκτικήφοροελεγκτικό
Γενικήφοροελεγκτικούφοροελεγκτικήςφοροελεγκτικού
Αιτιατικήφοροελεγκτικόφοροελεγκτικήφοροελεγκτικό
Κλητικήφοροελεγκτικέφοροελεγκτικήφοροελεγκτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφοροελεγκτικοίφοροελεγκτικέςφοροελεγκτικά
Γενικήφοροελεγκτικώνφοροελεγκτικώνφοροελεγκτικών
Αιτιατικήφοροελεγκτικούςφοροελεγκτικέςφοροελεγκτικά
Κλητικήφοροελεγκτικοίφοροελεγκτικέςφοροελεγκτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →