φουρνέλο
•
- η δυναμίτιδα ή άλλη εκρηκτική ύλη, που χρησιμοποιείται για τη διάνοιξη ανοιγμάτων σε βραχώδη μέρη Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη τρύπα που ανοίγεται, για να τοποθετηθεί η εκρηκτική ύλη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φουρνέλο < (άμεσο δάνειο) ιταλική fornello < λατινική furnus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *gwher
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φουρνέλο | φουρνέλα |
| Γενική | φουρνέλου | φουρνέλων |
| Αιτιατική | φουρνέλο | φουρνέλα |
| Κλητική | φουρνέλο | φουρνέλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →