υπονομεύω
•
- με ύπουλο, επίμονο και μεθοδικό τρόπο προσπαθώ να βλάψω κάποιον ή να τον μειώσω ηθικά ή υλικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπονομεύω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὑπονομεύω (αρχική σημασία: σκάβω υπονόμους) < αρχαία ελληνική ὑπόνομος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υπονομεύω | υπονομεύεις | υπονομεύει | υπονομεύουμε | υπονομεύετε | υπονομεύουν / υπονομεύουνε |
| Παρατατικός | υπονόμευα | υπονόμευες | υπονόμευε | υπονομεύαμε | υπονομεύατε | υπονομεύαν / υπονομεύανε / υπονόμευαν |
| Αόριστος | υπονόμευσα | υπονόμευσες | υπονόμευσε | υπονομεύσαμε | υπονομεύσατε | υπονομεύσαν / υπονομεύσανε / υπονόμευσαν |
| Μέλλοντας | θα υπονομεύσω / θα υπονομεύω | θα υπονομεύεις / θα υπονομεύσεις | θα υπονομεύει / θα υπονομεύσει | θα υπονομεύουμε / θα υπονομεύσουμε | θα υπονομεύετε / θα υπονομεύσετε | θα υπονομεύουν / θα υπονομεύουνε / θα υπονομεύσουν / θα υπονομεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω υπονομεύσει | έχεις υπονομεύσει | έχει υπονομεύσει | έχουμε υπονομεύσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υπονομεύσει | είχες υπονομεύσει | είχε υπονομεύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υπονομεύσει / να υπονομεύσω / να υπονομεύω | να έχεις υπονομεύσει / να υπονομεύεις / να υπονομεύσεις | να έχει υπονομεύσει / να υπονομεύει / να υπονομεύσει | να έχουμε υπονομεύσει / να υπονομεύουμε / να υπονομεύσουμε | να υπονομεύετε / να υπονομεύσετε | να υπονομεύουν / να υπονομεύουνε / να υπονομεύσουν / να υπονομεύσουνε |
| Προστακτική | — | υπονόμευε / υπονόμευσε | — | — | υπονομεύετε / υπονομεύστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
υπονομεύτηκαυπονομεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →