φουσκώνω
•
- μεταβατικόδιοχετεύω αέρα στο εσωτερικό ενός αντικειμένου, ώστε αυτό να πάρει το λειτουργικό του σχήμα Βικιλεξικό
- φουσκώνω τα λάστιχα του αυτοκινήτου, φουσκώνω ένα μπαλόνι
- μεταβατικόδιοχετεύω αέρα στην μία πλευρά ενός αντικειμένου και έτσι κυρτώνω το σχήμα του Βικιλεξικό
- ο άνεμος φούσκωσε τα πανιά μας
- μεταβατικόαυξάνω τον όγκο ή την ποσότητα ενός πράγματος Βικιλεξικό
- αμετάβατοδιογκώνομαι επειδή διοχετεύτηκε αέρας στο εσωτερικό μου Βικιλεξικό
- το μπαλόνι φούσκωσε
- αμετάβατοαυξάνομαι σε όγκο ή σε ποσότητα Βικιλεξικό
- αμετάβατονιώθω περηφάνια και αυτοπεποίθηση, αναπτερώνεται το ηθικό μου Βικιλεξικό
- φούσκωσε από περηφάνια
- αμετάβατολέγεται όταν ανεβαίνει η στάθμη του νερού λόγω παλίρροιας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φουσκώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φουσκώνω < φούσκ(α) + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φουσκώνω | φουσκώνεις | φουσκώνει | φουσκώνουμε | φουσκώνετε | φουσκώνουν / φουσκώνουνε |
| Παρατατικός | φούσκωνα | φούσκωνες | φούσκωνε | φουσκώναμε | φουσκώνατε | φουσκώναν / φουσκώνανε / φούσκωναν |
| Αόριστος | φούσκωσα | φούσκωσες | φούσκωσε | φουσκώσαμε | φουσκώσατε | φουσκώσαν / φουσκώσανε / φούσκωσαν |
| Μέλλοντας | θα φουσκώνω / θα φουσκώσω | θα φουσκώνεις / θα φουσκώσεις | θα φουσκώνει / θα φουσκώσει | θα φουσκώνουμε / θα φουσκώσουμε | θα φουσκώνετε / θα φουσκώσετε | θα φουσκώνουν / θα φουσκώνουνε / θα φουσκώσουν / θα φουσκώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω φουσκώσει | έχεις φουσκώσει | έχει φουσκώσει | έχουμε φουσκώσει | έχετε φουσκώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φουσκώσει | είχες φουσκώσει | είχε φουσκώσει | είχαμε φουσκώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φουσκώσει / να φουσκώνω / να φουσκώσω | να έχεις φουσκώσει / να φουσκώνεις / να φουσκώσεις | να έχει φουσκώσει / να φουσκώνει / να φουσκώσει | να έχουμε φουσκώσει / να φουσκώνουμε / να φουσκώσουμε | να έχετε φουσκώσει / να φουσκώνετε / να φουσκώσετε | να φουσκώνουν / να φουσκώνουνε / να φουσκώσουν / να φουσκώσουνε |
| Προστακτική | — | φούσκωνε / φούσκωσε | — | — | φουσκώνετε / φουσκώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →