φωτογράφιση
•
- η ενέργεια του φωτογραφίζω (κυριολεκτικά και μεταφορικά) Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη όλη διαδικασία που απαιτείται για να τραβηχτούν φωτογραφίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φωτογράφιση < φωτογραφίζω + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φωτογράφιση | φωτογραφίσεις |
| Γενική | φωτογράφισης | φωτογραφίσεων |
| Αιτιατική | φωτογράφιση | φωτογραφίσεις |
| Κλητική | φωτογράφιση | φωτογραφίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →