Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φωτογράφιση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια του φωτογραφίζω (κυριολεκτικά και μεταφορικά) Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηη όλη διαδικασία που απαιτείται για να τραβηχτούν φωτογραφίες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φωτογράφιση < φωτογραφίζω + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφωτογράφισηφωτογραφίσεις
Γενικήφωτογράφισηςφωτογραφίσεων
Αιτιατικήφωτογράφισηφωτογραφίσεις
Κλητικήφωτογράφισηφωτογραφίσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →