φωτοσκίαση
•
- η χρήση διαβαθμισμένων χρωμάτων —ή τόνων του γκρίζου στα ασπρόμαυρα σχέδια— για την ανάδειξη φωτεινών και σκιερών περιοχών (στη ζωγραφική, στη δημιουργία χαρτών κ.α.) Βικιλεξικό
- η τεχνική της ανάδειξης ενός έργου από το συνδυασμό φωτός και σκιάς (π.χ. στη φωτογραφία) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φωτοσκίαση < φωτο- + σκίαση (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική clair-obscur)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φωτοσκίαση | φωτοσκιάσεις |
| Γενική | φωτοσκίασης | φωτοσκιάσεων |
| Αιτιατική | φωτοσκίαση | φωτοσκιάσεις |
| Κλητική | φωτοσκίαση | φωτοσκιάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →