Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φωτοσκίαση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η χρήση διαβαθμισμένων χρωμάτων —ή τόνων του γκρίζου στα ασπρόμαυρα σχέδια— για την ανάδειξη φωτεινών και σκιερών περιοχών (στη ζωγραφική, στη δημιουργία χαρτών κ.α.) Βικιλεξικό
  2. η τεχνική της ανάδειξης ενός έργου από το συνδυασμό φωτός και σκιάς (π.χ. στη φωτογραφία) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φωτοσκίαση < φωτο- + σκίαση (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική clair-obscur)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφωτοσκίασηφωτοσκιάσεις
Γενικήφωτοσκίασηςφωτοσκιάσεων
Αιτιατικήφωτοσκίασηφωτοσκιάσεις
Κλητικήφωτοσκίασηφωτοσκιάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →