φωτοσυνθετικός
•
- που έχει σχέση με τη φωτοσύνθεση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φωτοσυνθετικός < φωτοσύνθεση + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φωτοσυνθετικός | φωτοσυνθετική | φωτοσυνθετικό |
| Γενική | φωτοσυνθετικού | φωτοσυνθετικής | φωτοσυνθετικού |
| Αιτιατική | φωτοσυνθετικό | φωτοσυνθετική | φωτοσυνθετικό |
| Κλητική | φωτοσυνθετικέ | φωτοσυνθετική | φωτοσυνθετικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φωτοσυνθετικοί | φωτοσυνθετικές | φωτοσυνθετικά |
| Γενική | φωτοσυνθετικών | φωτοσυνθετικών | φωτοσυνθετικών |
| Αιτιατική | φωτοσυνθετικούς | φωτοσυνθετικές | φωτοσυνθετικά |
| Κλητική | φωτοσυνθετικοί | φωτοσυνθετικές | φωτοσυνθετικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →