Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φωτοσυνθετικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη φωτοσύνθεση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φωτοσυνθετικός < φωτοσύνθεση + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφωτοσυνθετικόςφωτοσυνθετικήφωτοσυνθετικό
Γενικήφωτοσυνθετικούφωτοσυνθετικήςφωτοσυνθετικού
Αιτιατικήφωτοσυνθετικόφωτοσυνθετικήφωτοσυνθετικό
Κλητικήφωτοσυνθετικέφωτοσυνθετικήφωτοσυνθετικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφωτοσυνθετικοίφωτοσυνθετικέςφωτοσυνθετικά
Γενικήφωτοσυνθετικώνφωτοσυνθετικώνφωτοσυνθετικών
Αιτιατικήφωτοσυνθετικούςφωτοσυνθετικέςφωτοσυνθετικά
Κλητικήφωτοσυνθετικοίφωτοσυνθετικέςφωτοσυνθετικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →