χαλίκι
•
- ένα μικρό κομμάτι βράχου, συνήθως από λατομείο, που χρησιμοποιείται ως οικοδομικό υλικό ή για πρόχειρη επίστρωση επιφανειών (δρόμων, διαδρόμων, αυλών) Βικιλεξικό
- στη γεωλογία το χαλίκι ανήκει στα κλαστικά ιζήματα, και στην υποκατηγορία τους "κροκάλες-λατύπες" με προσδιορισμό μεγέθους τα 4 έως 64 χιλ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαλίκι < αρχαία ελληνική χᾰ́λῐξ < (ίσως) προελληνική ή αβέβαιης ετυμολογίας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαλίκι | χαλίκια |
| Γενική | χαλικιού | χαλικιών |
| Αιτιατική | χαλίκι | χαλίκια |
| Κλητική | χαλίκι | χαλίκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →