χαρτοπαίγνιο
•
- παιχνίδι με τράπουλα, με χαρτιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαρτοπαίγνιο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα χαρτοπαίγνιον, ήδη το 1809. Μορφολογικά αναλύεται σε χαρτο- + παίγνιο, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική card game
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαρτοπαίγνιο | χαρτοπαίγνια |
| Γενική | χαρτοπαίγνιου / χαρτοπαιγνίου | χαρτοπαίγνιων / χαρτοπαιγνίων |
| Αιτιατική | χαρτοπαίγνιο | χαρτοπαίγνια |
| Κλητική | χαρτοπαίγνιο | χαρτοπαίγνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →