χαχανίζω
•
- γελάω έντονα (συνήθως ενοχλητικά για κάποιους) Βικιλεξικό
- γελάω ανόητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαχανίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χαχανίζω < χάχανο (ηχομιμητική λέξη) + -ίζω. Δείτε και το καγχάζω.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χαχανίζω | χαχανίζεις | χαχανίζει | χαχανίζουμε | χαχανίζετε | χαχανίζουν / χαχανίζουνε |
| Παρατατικός | χαχάνιζα | χαχάνιζες | χαχάνιζε | χαχανίζαμε | χαχανίζατε | χαχάνιζαν / χαχανίζαν / χαχανίζανε |
| Αόριστος | χαχάνισα | χαχάνισες | χαχάνισε | χαχανίσαμε | χαχανίσατε | χαχάνισαν / χαχανίσαν / χαχανίσανε |
| Μέλλοντας | θα χαχανίζω / θα χαχανίσω | θα χαχανίζεις / θα χαχανίσεις | θα χαχανίζει / θα χαχανίσει | θα χαχανίζουμε / θα χαχανίσουμε | θα χαχανίζετε / θα χαχανίσετε | θα χαχανίζουν / θα χαχανίζουνε / θα χαχανίσουν / θα χαχανίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω χαχανίσει | έχεις χαχανίσει | έχει χαχανίσει | έχουμε χαχανίσει | έχετε χαχανίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χαχανίσει | είχες χαχανίσει | είχε χαχανίσει | είχαμε χαχανίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χαχανίσει / να χαχανίζω / να χαχανίσω | να έχεις χαχανίσει / να χαχανίζεις / να χαχανίσεις | να έχει χαχανίσει / να χαχανίζει / να χαχανίσει | να έχουμε χαχανίσει / να χαχανίζουμε / να χαχανίσουμε | να έχετε χαχανίσει / να χαχανίζετε / να χαχανίσετε | να χαχανίζουν / να χαχανίζουνε / να χαχανίσουν / να χαχανίσουνε |
| Προστακτική | — | χαχάνιζε / χαχάνισε | — | — | χαχανίζετε / χαχανίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →