χειραγώγηση
•
- η ενέργεια του χειραγωγώ, η συνειδητή ειδική προσπάθεια κάποιου να επηρεάσει ή να διαχειριστεί έξυπνα ή ύπουλα το συνάνθρωπό του με επιδέξιο τρόπο Βικιλεξικό
- η χειραγώγηση των καταναλωτών μέσω της διαφήμισης
- είναι σύνηθες φαινόμενο η τάση πολιτικών να εξηγούν τις επιπτώσεις των δικών τους παραλείψεων στη βάση των εξωοικονομικών παραγόντων χειραγώγησης των αγορών
- ο προσπορισμός κέρδους από τη χειραγώγηση της μαζικής αφέλειας, είναι από τα πιο ειδεχθή κακουργήματα και παραδόξως εδώ, στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας, δεν τυγχάνει της ανάλογης αντιμετώπισης από τη δικαιοσύνη. Εδώ, το πολύ πολύ, να σε κράξουν στα τηλεοπτικά κατινοδικεία, να γελάσουν μαζί σου (αλλά, πρωτίστως, να γελάσουν με εκείνους που σε πιστεύουν) (Πέτρος Τατσόπουλος, Το όπιο του λαού - Μια ανορθόδοξη προσέγγιση, εκδ. Μεταίχμιο, 2021)
Ετυμολογία
χειραγώγηση < μεσαιωνική ελληνική χειραγώγησις < ελληνιστική κοινή χειραγωγέω / χειραγωγῶ < αρχαία ελληνική χείρ + ἄγω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χειραγώγηση | χειραγωγήσεις |
| Γενική | χειραγώγησης | χειραγωγήσεων |
| Αιτιατική | χειραγώγηση | χειραγωγήσεις |
| Κλητική | χειραγώγηση | χειραγωγήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →