χειροκροτητής
•
- αυτός που χειροκροτεί κάποιον υποκριτικά και κραυγαλέα, ώστε να φαίνεται δημόσια ή σε τρίτους ότι εγκρίνει τις απόψεις του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χειροκροτητής < χειροκροτώ :: Η λέξη μαρτυρείται από το 1888
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χειροκροτητής | χειροκροτητές |
| Γενική | χειροκροτητή | χειροκροτητών |
| Αιτιατική | χειροκροτητή | χειροκροτητές |
| Κλητική | χειροκροτητή | χειροκροτητές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →