χειροκρότηση
•
- το χτύπημα των παλαμών των χεριών μεταξύ τους και ο θόρυβος που προκαλείται με σκοπό να εκφραστεί αποδοχή, επιδοκιμασία ή ενθουσιασμός για κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάη εκδήλωση αποδοχής, επιδοκιμασίας ή ενθουσιασμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χειροκρότηση < χειροκροτώ :: Η λέξη μαρτυρείται από το 1816
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χειροκρότηση | χειροκροτήσεις |
| Γενική | χειροκρότησης | χειροκροτήσεων |
| Αιτιατική | χειροκρότηση | χειροκροτήσεις |
| Κλητική | χειροκρότηση | χειροκροτήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →