Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χειροκροτώ

ρήμα
•
  1. χτυπώ τις παλάμες των χεριών μου μεταξύ τους και προκαλώ θόρυβο με σκοπό να εκφράσω αποδοχή, επιδοκιμασία ή ενθουσιασμός για κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
    • οι θεατές χειροκρότησαν θερμά τους ηθοποιούς
    • Ειδικά εκεί που τον χαστούκισες και του'ρθε ο ουρανός σφοντύλι, είχαμε σηκωθεί όλοι όρθιοι και σε χειροκροτούσαμε! (⌘ Χ.Α. Χωμενίδης, Νεαρό άσπρο ελάφι, εκδ. Πατάκης, 2016)
  2. συνεκδοχικάεκδηλώνω αποδοχής, επιδοκιμασίας ή ενθουσιασμού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χειροκροτώ < χειρο- + κροτώ (μαρτυρείται από το 1856)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →