χειροκροτώ
•
- χτυπώ τις παλάμες των χεριών μου μεταξύ τους και προκαλώ θόρυβο με σκοπό να εκφράσω αποδοχή, επιδοκιμασία ή ενθουσιασμός για κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
- οι θεατές χειροκρότησαν θερμά τους ηθοποιούς
- Ειδικά εκεί που τον χαστούκισες και του'ρθε ο ουρανός σφοντύλι, είχαμε σηκωθεί όλοι όρθιοι και σε χειροκροτούσαμε! (⌘ Χ.Α. Χωμενίδης, Νεαρό άσπρο ελάφι, εκδ. Πατάκης, 2016)
- συνεκδοχικάεκδηλώνω αποδοχής, επιδοκιμασίας ή ενθουσιασμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χειροκροτώ < χειρο- + κροτώ (μαρτυρείται από το 1856)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →