χειροτονία
•
- εκκλησιαστικός όροςτελετή κατά την οποία κάποιος γίνεται κληρικός (ή λαμβάνει μεγαλύτερο βαθμό ιεροσύνης) Βικιλεξικό
- μεταφορικάξυλοδαρμός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χειροτονία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή χειροτονία (αρχαία σημασία: ψήφιση με ανάταση χεριών)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χειροτονία | χειροτονίες |
| Γενική | χειροτονίας | χειροτονιών |
| Αιτιατική | χειροτονία | χειροτονίες |
| Κλητική | χειροτονία | χειροτονίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →