χρειάζομαι
•
- μεταβατικόέχω ανάγκη (κάτι ή κάποιον) Βικιλεξικό
- χρειάζομαι χρήματα
- είμαι αναγκαίος σε κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
- χρειάζονται χρήματα γι' αυτή τη δουλειά
- απρόσωπο ρήμαείναι ανάγκη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χρειάζομαι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χρειάζομαι < χρεί(α) + -άζομαι
Άλλοι τύποι
χρειάστηκα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →