Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χρηματοδοτήσιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι δυνατόν να χρηματοδοτηθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χρηματοδοτήσιμος < χρηματοδοτώ + -σιμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχρηματοδοτήσιμοςχρηματοδοτήσιμηχρηματοδοτήσιμο
Γενικήχρηματοδοτήσιμουχρηματοδοτήσιμηςχρηματοδοτήσιμου
Αιτιατικήχρηματοδοτήσιμοχρηματοδοτήσιμηχρηματοδοτήσιμο
Κλητικήχρηματοδοτήσιμεχρηματοδοτήσιμηχρηματοδοτήσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχρηματοδοτήσιμοιχρηματοδοτήσιμεςχρηματοδοτήσιμα
Γενικήχρηματοδοτήσιμωνχρηματοδοτήσιμωνχρηματοδοτήσιμων
Αιτιατικήχρηματοδοτήσιμουςχρηματοδοτήσιμεςχρηματοδοτήσιμα
Κλητικήχρηματοδοτήσιμοιχρηματοδοτήσιμεςχρηματοδοτήσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →