χρονιάζω
•
- συνώνυμο του χρονίζω Βικιλεξικό
- γενικότερασυνώνυμο του χρονίζω Βικιλεξικό
- Χρόνιασε, ο πατέρας μου· θα κάνουμε το μνημόσυνο μεθαύριο. (εννοείται: ο μακαρίτης ο πατέρας μου)
Ετυμολογία
χρονιάζω < χρόν(ος) (στη σημασία: έτος) + -ιάζω. Συγκρίνετε με το χρονίζω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χρονιάζω | χρονιάζεις | χρονιάζει | χρονιάζουμε | χρονιάζετε | χρονιάζουν / χρονιάζουνε |
| Παρατατικός | χρόνιαζα | χρόνιαζες | χρόνιαζε | χρονιάζαμε | χρονιάζατε | χρονιάζαν / χρονιάζανε / χρόνιαζαν |
| Αόριστος | χρόνιασα | χρόνιασες | χρόνιασε | χρονιάσαμε | χρονιάσατε | χρονιάσαν / χρονιάσανε / χρόνιασαν |
| Μέλλοντας | θα χρονιάζω / θα χρονιάσω | θα χρονιάζεις / θα χρονιάσεις | θα χρονιάζει / θα χρονιάσει | θα χρονιάζουμε / θα χρονιάσουμε | θα χρονιάζετε / θα χρονιάσετε | θα χρονιάζουν / θα χρονιάζουνε / θα χρονιάσουν / θα χρονιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω χρονιάσει | έχεις χρονιάσει | έχει χρονιάσει | έχουμε χρονιάσει | έχετε χρονιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χρονιάσει | είχες χρονιάσει | είχε χρονιάσει | είχαμε χρονιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χρονιάσει / να χρονιάζω / να χρονιάσω | να έχεις χρονιάσει / να χρονιάζεις / να χρονιάσεις | να έχει χρονιάσει / να χρονιάζει / να χρονιάσει | να έχουμε χρονιάσει / να χρονιάζουμε / να χρονιάσουμε | να έχετε χρονιάσει / να χρονιάζετε / να χρονιάσετε | να χρονιάζουν / να χρονιάζουνε / να χρονιάσουν / να χρονιάσουνε |
| Προστακτική | — | χρόνιαζε / χρόνιασε | — | — | χρονιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
χρονιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →