χρόνια
•
- περίοδος δύο ή περιοσσότερων ετών Βικιλεξικό
- Μέσα σε δύο χρόνια θα έχουν ολοκληρωθεί οι εργασίες.
- ιστορική περίοδος Βικιλεξικό
- στα χρόνια του παππού μου
- η ηλικία Βικιλεξικό
- Προχθές ο Γιώργος έκλεισε τα είκοσι χρόνια του
Ετυμολογία
χρόνια: δεύτερος πληθυντικός της λέξης χρόνος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →