χυδαιολογία
•
- η χρήση χυδαίων, ανήθικων ή προσβλητικών λέξεων, απόψεων κ.λπ. Βικιλεξικό
- χ.η. ΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΛ. ΠΑΛΛΗ, σελ. 108
Ετυμολογία
χυδαιολογία < ελληνιστική κοινή χυδαιολογία < χυδαῖος + -λογία < αρχαία ελληνική χέω + λέγω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χυδαιολογία | χυδαιολογίες |
| Γενική | χυδαιολογίας | χυδαιολογιών |
| Αιτιατική | χυδαιολογία | χυδαιολογίες |
| Κλητική | χυδαιολογία | χυδαιολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →