Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χυδαϊσμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. μειωτικόη χρήση της δημοτικής (κατά τους οπαδούς της καθαρεύουσας) Βικιλεξικό
    • Σε νομοσχέδιο περί διδακτικών βιβλίων που κατατέθηκε στη Βουλή, ζητήθηκε με τροπολογία να προστεθεί παράγραφος η οποία να ορίζει ότι τα διδακτικά βιβλία συντάσσονται υποχρεωτικά "εν γλώσση απλή και καθαρευούση ίνα μη εισβάλη ο χυδαϊσμός εις το Σχολείον".
  2. παρωχημένοη ιδιότητα μιας λέξης ή διατύπωσης που χρησιμοποιείται από τους «χυδαίους», τους απλούς ανθρώπους του λαού Βικιλεξικό
    • Ο χυδαϊσμός της λέξεως δεν είναι νέος· από την εβδόμην ήδη εκατονταετηρίδα έλεγαν Παγίδες αντί του Πλαγίδες
    • Αδαμαντιος Κοραής, Άτακτα, Τόμος Δ', Αλφάβητον Δεύτερον, Παρίσι 1832, σ.379 στο λήμμα παγίδες [μεταγραφή σε μονοτονικό]

Ετυμολογία

χυδαϊσμός < χυδαΐζω, χυδαϊσ- + -μός < χυδαῖος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχυδαϊσμόςχυδαϊσμοί
Γενικήχυδαϊσμούχυδαϊσμών
Αιτιατικήχυδαϊσμόχυδαϊσμούς
Κλητικήχυδαϊσμέχυδαϊσμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →