Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χωριάτικα

ουσιαστικό
•
  1. η τοπολαλιά (μη αττική λαλιά) όσον αφορά κάθε παράμετρο: Βικιλεξικό
    • το λεξιλόγιο
    • τον χειρισμό των λέξεων (πχ μεταβολές τους, αποκοπές κτλ.)
    • την σύνταξη του λόγου
    • την προφορά και τον επιτονισμό

Ετυμολογία

χωριάτικα < → λείπει η ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

χωριάτικα

επίρρημα
•
  1. με χωριάτικο τρόπο Βικιλεξικό
  2. αγενώς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χωριάτικα < → λείπει η ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →