ψήνω
•
- επεξεργάζομαι κάτι εκθέτοντάς το στη φωτιά Βικιλεξικό
- παρασκευάζω φαγητό ή ποτό βάζοντάς το στη φωτιά απευθείας ή σε κάποιο σκεύος Βικιλεξικό
- Το φαγητό ψήνεται στους 200 βαθμούς για δύο ώρες.
- για φαγητό που ετοιμάζεται στο φούρνο ή στα κάρβουνα Βικιλεξικό
- Οι άνθρωποι -αν και ικανοποιημένοι από την εκτέλεση του δολοφόνου του κυβερνήτη- δεν αποφάσιζαν να κλειστούν στα σπίτια τους. Οι έμποροι είχαν σφαλίσει τα μαγαζιά τους, οι ψαράδες γυρόφερναν ξέμπαρκοι στη στεριά, οι φουρναραίοι δεν έψηναν ψωμί, οι τσοπάνηδες δεν πουλούσαν ζώα, κρέας δεν έβρισκες στην αγορά, θαρρείς και κάτι ετοιμαζόταν. Κανείς δε μιλούσε. Όλοι περιδιάβαιναν σκυθρωποί (Λεία Βιτάλη, Η οργή των μικρών ανθρώπων, εκδ. Πατάκης, 2025)
- Βρήκαμε ένα φούρνο που έψηνε τις παραδοσιακές πίτες που όσοι τηρούν τη νηστεία του Ραμαζανιού τρώνε στο ιφτάρ, το γεύμα που παίρνεται στο σούρουπο, μόλις η νηστεία λάβει τέλος. (Αλέξανδρος Μασσαβέτας, Κωνσταντινούπολη. Η πόλη των απόντων, εκδ. Πατάκης, 2016)
- για μέταλλοτο σκληρύνω, βυθίζοντάς το σε κρύο νερό αμέσως μετά την έξοδό του από τον φούρνο, ώστε να σκληρυνθεί και να γίνει ταυτόχρονα ελαστικό Βικιλεξικό
- μεταφορικάμε ζεσταίνει υπερβολικά κάτι Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηέχω υπερβολικά μεγάλη θερμοκρασία σώματος Βικιλεξικό
- ψήνομαι στον πυρετό
- μεταφορικάβασανίζω, τυραννώ, ταλαιπωρώ, κυρίως με έκθεση σε μεγάλες θερμοκρασίες Βικιλεξικό
- Οι οικοδόμοι ψήνονται κάτω από τον καυτό ήλιο.
- μεταφορικάπείθω κάποιον επιδέξια να κάνει αυτό που θέλω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψήνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ψήνω (και ψένω) < από τύπους ἧψον ή ἡψήθην ή ἡψημένος του αρχαίου ἕψω (μαγειρεύω)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ψήνω | ψήνεις | ψήνει | ψήνουμε | ψήνετε | ψήνουν / ψήνουνε |
| Παρατατικός | έψηνα | έψηνες | έψηνε | ψήναμε | ψήνατε | έψηναν / ψήναν / ψήνανε |
| Αόριστος | έψησα | έψησες | έψησε | ψήσαμε | ψήσατε | έψησαν / ψήσαν / ψήσανε |
| Μέλλοντας | θα ψήνω / θα ψήσω | θα ψήνεις / θα ψήσεις | θα ψήνει / θα ψήσει | θα ψήνουμε / θα ψήσουμε | θα ψήνετε / θα ψήσετε | θα ψήνουν / θα ψήνουνε / θα ψήσουν / θα ψήσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ψήσει | έχεις ψήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ψήσει | είχες ψήσει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ψήσει / να ψήνω / να ψήσω | να έχεις ψήσει / να ψήνεις / να ψήσεις | να ψήνει / να ψήσει | να ψήνουμε / να ψήσουμε | να ψήνετε / να ψήσετε | να ψήνουν / να ψήνουνε / να ψήσουν / να ψήσουνε |
| Προστακτική | — | έχε ψημένο / ψήνε / ψήσε | — | — | ψήνετε / ψήστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ψήθηκαψήνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →