Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψειριάρης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει ψείρες Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάβρομιάρης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ψειριάρης < ψείρ(α) + -ιάρης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψειριάρηςψειριάραψειριάρικο
Γενικήψειριάρηψειριάραςψειριάρικου
Αιτιατικήψειριάρηψειριάραψειριάρικο
Κλητικήψειριάρηψειριάραψειριάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψειριάρηδεςψειριάρεςψειριάρικα
Γενικήψειριάρηδων—ψειριάρικων
Αιτιατικήψειριάρηδεςψειριάρεςψειριάρικα
Κλητικήψειριάρηδεςψειριάρεςψειριάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →