ψειριάρης
•
- που έχει ψείρες Βικιλεξικό
- μεταφορικάβρομιάρης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψειριάρης < ψείρ(α) + -ιάρης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ψειριάρης | ψειριάρα | ψειριάρικο |
| Γενική | ψειριάρη | ψειριάρας | ψειριάρικου |
| Αιτιατική | ψειριάρη | ψειριάρα | ψειριάρικο |
| Κλητική | ψειριάρη | ψειριάρα | ψειριάρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ψειριάρηδες | ψειριάρες | ψειριάρικα |
| Γενική | ψειριάρηδων | — | ψειριάρικων |
| Αιτιατική | ψειριάρηδες | ψειριάρες | ψειριάρικα |
| Κλητική | ψειριάρηδες | ψειριάρες | ψειριάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →