ψιαθοπλόκος
•
- λόγια λέξη (που άλλοτε συνηθιζόταν κάπως περισσότερο) για τον επαγγελματία που ασχολείτο με την πλοκή, το πλέξιμο του άχυρου ή της ψάθας και με την κατασκευή πλεγμάτων από ψάθα και γενικά ψάθινων αντικειμένων. Ο ψαθοποιός ή ψαθάς που ασχολείτο ειδικά με το πλέξιμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψιαθοπλόκος < ψίαθος και πλοκή (<πλέκω)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →