Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψωμάδαινα

/psoˈma.ðe.na/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. επάγγελμαη ιδιοκτήτρια ψωμάδικου Βικιλεξικό
  2. η σύζυγος του ψωμά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ψωμάδαινα < ψωμάς, ψωμάδ(ες) + θηλυκή κατάληξη -αινα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήψωμάδαιναψωμάδαινες
Γενικήψωμάδαιναςψωμαδαινών
Αιτιατικήψωμάδαιναψωμάδαινες
Κλητικήψωμάδαιναψωμάδαινες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →