Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψωμί

/psoˈmi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. τρόφιμοείδος φαγητού που φτιάχνεται από αλεύρι, νερό και άλλα υλικά, και ψήνεται στον φούρνο, ο άρτος Βικιλεξικό
    • Που δε ζει κανείς μόνο με ψωμί και νερό!
    • 2025 Λεία Βιτάλη, Η οργή των μικρών ανθρώπων, εκδ. Πατάκης
    • Θρεψίνη (και ιδιωματικά θρεψίνα) είναι η σταφυλόκρεμα. Τη χρησιμοποιούσαν για την παρασκευή γλυκισμάτων, αλλά και την άλειφαν πάνω στο ψωμί, όπως τη μαρμελάδα. (Βούλα Μάστορη, Στο γυμνάσιο, εκδ. Πατάκη, 2023)
    • < υπώνυμα: καρβέλι, φραντζόλα
  2. μεταφορικάτο μεροκάματο Βικιλεξικό
    • Δουλεύει για να βγάλει το ψωμί του.

Ετυμολογία

ψωμί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ψωμί < μεσαιωνική ελληνική ψωμίν < μεσαιωνική ελληνική ψωμίον (κομματάκι) < ελληνιστική κοινή ψωμίον < αρχαία ελληνική ψωμός (μπουκιά ψωμιού, κομμάτι τροφής) < θέμα ψω- του ρήματος ψήω (τρίβω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήψωμίψωμιά
Γενικήψωμιούψωμιών
Αιτιατικήψωμίψωμιά
Κλητικήψωμίψωμιά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →