αφικνούμαι
•
- αρχαιοπρεπέςφτάνω σε έναν τόπο ερχόμενος από αλλού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αφικνούμαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀφικνοῦμαι, συνηρημένος τύπος του ἀφικνέομαι < ἀφ- + ἱκνέομαι / ἱκνοῦμαι
Άλλοι τύποι
3ο ενικούαφίχθηαφίχθηκααφιχθώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →