Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γάιδαρος

/ˈɣai̯.ða.ɾos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. θηλαστικό ζώοκατοικίδιο (και σπανιότερα άγριο) θηλαστικό της οικογένειας του αλόγου, το οποίο χρησιμοποιείται ως υποζύγιο (επιστημονική ονομασία: Equus asinus) Βικιλεξικό
    • Στὴ γωνιὰ τοῦ δρόμου στεκότανε ὁ γάιδαρος τοῦ ἀνθοπώλη φορτωμένος μαργαρίτες, βιόλες καὶ σκυλάκια. (Κοσμάς Πολίτης, Eroica, Αθήνα 1937)
  2. μεταφορικάάνθρωπος άξεστος, αγενής ή αγνώμων Βικιλεξικό
    • Δε μου είπε ούτε καλημέρα — τέτοιο γαϊδούρι!

Ετυμολογία

γάιδαρος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γαϊδάριον < πιθανόν αραβική غيذار (ghaydhaar) άγνωστης ετυμολογίας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγάιδαροςγάιδαροι
Γενικήγάιδαρου / γαϊδάρουγάιδαρων / γαϊδάρων
Αιτιατικήγάιδαρογάιδαρους / γαϊδάρους
Κλητικήγάιδαρεγάιδαροι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →