γάιδαρος
•
- θηλαστικό ζώοκατοικίδιο (και σπανιότερα άγριο) θηλαστικό της οικογένειας του αλόγου, το οποίο χρησιμοποιείται ως υποζύγιο (επιστημονική ονομασία: Equus asinus) Βικιλεξικό
- Στὴ γωνιὰ τοῦ δρόμου στεκότανε ὁ γάιδαρος τοῦ ἀνθοπώλη φορτωμένος μαργαρίτες, βιόλες καὶ σκυλάκια. (Κοσμάς Πολίτης, Eroica, Αθήνα 1937)
- μεταφορικάάνθρωπος άξεστος, αγενής ή αγνώμων Βικιλεξικό
- Δε μου είπε ούτε καλημέρα — τέτοιο γαϊδούρι!
Ετυμολογία
γάιδαρος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γαϊδάριον < πιθανόν αραβική غيذار (ghaydhaar) άγνωστης ετυμολογίας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γάιδαρος | γάιδαροι |
| Γενική | γάιδαρου / γαϊδάρου | γάιδαρων / γαϊδάρων |
| Αιτιατική | γάιδαρο | γάιδαρους / γαϊδάρους |
| Κλητική | γάιδαρε | γάιδαροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →