κάβος
•
- ναυτικός όροςμια λωρίδα στεριάς που προεξέχει προς τη θάλασσα Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςτο καραβόσκοινο με το οποίο δένεται το πλοίο στις δέστρες του ντόκου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κάβος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κάβος < ιταλική cavo < λατινικά caput
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κάβος | κάβοι |
| Γενική | κάβου | κάβων |
| Αιτιατική | κάβο | κάβους |
| Κλητική | κάβε | κάβοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →