Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιλαμβάνομαι

/an.di.laɱˈva.no.me/ρήμα
•
  1. καταλαβαίνω κάτι χάρη στις αισθήσεις μου Βικιλεξικό
    • Απορροφημένος απ' το προσωπικό μου μάλε βράσε, άργησα υπερβολικά ν' αντιληφθώ τη συνεχή ροή επιβατών προς το πλωριό κατάστρωμα. Πόλος έλξης τους πέντ' έξι Σκανδιναβές που' χαν ξαπλώσει και λιάζονταν ξώβυζες. (Χ.Α. Χωμενίδης, Το σοφό παιδί (νέα έκδοση), εκδ. Πατάκης, 2016)
  2. καταλαβαίνω κάτι μέσω της σκέψης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιλαμβάνομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀντιλαμβάνομαι. Συγχρονικά αναλύεται σε αντι- + λαμβάνομαι, παθητική φωνή του λαμβάνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαντιλαμβάνομαιαντιλαμβάνεσαιαντιλαμβάνεταιαντιλαμβανόμαστεαντιλαμβάνεστεαντιλαμβάνονται
Παρατατικόςαντιλαμβανόμουν / αντιλαμβανόμουνααντιλαμβανόσουν / αντιλαμβανόσουνααντιλαμβανόταν / αντιλαμβανότανεαντιλαμβανόμασταν / αντιλαμβανόμαστεαντιλαμβανόσασταν / αντιλαμβανόσαστεαντιλαμβάνονταν / αντιλαμβανόντουσαν
Αόριστοςαντιλήφθηκααντιλήφθηκεςαντιλήφθηκεαντιληφθήκαμεαντιληφθήκατεαντιλήφθηκαν / αντιληφθήκαν / αντιληφθήκανε
Μέλλονταςθα αντιλαμβάνομαι / θα αντιληφθώθα αντιλαμβάνεσαι / θα αντιληφθείςθα αντιλαμβάνεται / θα αντιληφθείθα αντιλαμβανόμαστε / θα αντιληφθούμεθα αντιλαμβάνεστε / θα αντιληφθείτεθα αντιλαμβάνονται / θα αντιληφθούν / θα αντιληφθούνε
Παρακείμενοςέχω αντιληφθείέχεις αντιληφθείέχει αντιληφθείέχουμε αντιληφθεί——
Υπερσυντέλικοςείχα αντιληφθείείχες αντιληφθείείχε αντιληφθεί———
Υποτακτικήνα έχω αντιληφθεί / να αντιλαμβάνομαι / να αντιληφθώνα έχεις αντιληφθεί / να αντιλαμβάνεσαι / να αντιληφθείςνα έχει αντιληφθεί / να αντιλαμβάνεται / να αντιληφθείνα έχουμε αντιληφθεί / να αντιλαμβανόμαστε / να αντιληφθούμενα αντιλαμβάνεστε / να αντιληφθείτενα αντιλαμβάνονται / να αντιληφθούν / να αντιληφθούνε
Προστακτική—αντιλήψου——αντιλαμβάνεστε / αντιληφθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →