Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στρατηγός

/stɾa.tiˈɣos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. στρατιωτικός βαθμόςανώτατος αξιωματικός του στρατού ξηράς που φέρει τον ανώτερο βαθμό της στρατιωτικής ιεραρχίας. Βικιλεξικό
    • Ο στρατηγός είναι αρχηγός ΓΕΕΘΑ. Προέρχεται από τον στρατό ξηράς.
    • συντομογραφία: στγος
  2. προσφώνηση, καταχρηστικά, στρατιωτικός όρος στην κλητική, χωρίς τη λέξη κύριε) προσφώνηση όλων των ανώτατων αξιωματικών του στρατού Βικιλεξικό
    • Στρατηγέ!^((μιλάει σ' έναν υποστράτηγο)) Σας ζητάει ο στρατηγός στο γραφείο του.
    • Στρατηγέ μου! πόσο χαίρομαι που σας βλέπω!
  3. οικείοη σύζυγος στρατηγού Βικιλεξικό
    • η κυρία στρατηγού
  4. μεταφορικάαρχηγός, ηγέτης, αυτός ή αυτή που κανονίζει τα πάντα Βικιλεξικό
    • Η γυναίκα μου είναι ο στρατηγός μες στο σπίτι. (αρσενικό και για γυναίκα)

Ετυμολογία

στρατηγός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στρατηγός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήστρατηγόςστρατηγοί
Γενικήστρατηγούστρατηγών
Αιτιατικήστρατηγόστρατηγούς
Κλητικήστρατηγέστρατηγοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →