στρατηγός
•
- στρατιωτικός βαθμόςανώτατος αξιωματικός του στρατού ξηράς που φέρει τον ανώτερο βαθμό της στρατιωτικής ιεραρχίας. Βικιλεξικό
- Ο στρατηγός είναι αρχηγός ΓΕΕΘΑ. Προέρχεται από τον στρατό ξηράς.
- συντομογραφία: στγος
- προσφώνηση, καταχρηστικά, στρατιωτικός όρος στην κλητική, χωρίς τη λέξη κύριε) προσφώνηση όλων των ανώτατων αξιωματικών του στρατού Βικιλεξικό
- Στρατηγέ!^((μιλάει σ' έναν υποστράτηγο)) Σας ζητάει ο στρατηγός στο γραφείο του.
- Στρατηγέ μου! πόσο χαίρομαι που σας βλέπω!
- οικείοη σύζυγος στρατηγού Βικιλεξικό
- η κυρία στρατηγού
- μεταφορικάαρχηγός, ηγέτης, αυτός ή αυτή που κανονίζει τα πάντα Βικιλεξικό
- Η γυναίκα μου είναι ο στρατηγός μες στο σπίτι. (αρσενικό και για γυναίκα)
Ετυμολογία
στρατηγός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στρατηγός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στρατηγός | στρατηγοί |
| Γενική | στρατηγού | στρατηγών |
| Αιτιατική | στρατηγό | στρατηγούς |
| Κλητική | στρατηγέ | στρατηγοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →