έλευση
•
- ερχομός, άφιξη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έλευση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἔλευ(σις) + -ση < ἐλεύσομαι, μέλλοντας του ἔρχομαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έλευση | ελεύσεις |
| Γενική | έλευσης | ελεύσεων |
| Αιτιατική | έλευση | ελεύσεις |
| Κλητική | έλευση | ελεύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →