έλξη
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του έλκω Βικιλεξικό
- το τράβηγμα Βικιλεξικό
- φυσικήη φυσική δύναμη που έλκει, που τραβά δύο σώματα το ένα προς το άλλο Βικιλεξικό
- Απορροφημένος απ' το προσωπικό μου μάλε βράσε, άργησα υπερβολικά ν' αντιληφθώ τη συνεχή ροή επιβατών προς το πλωριό κατάστρωμα. Πόλος έλξης τους πέντ' έξι Σκανδιναβές που' χαν ξαπλώσει και λιάζονταν ξώβυζες. (Χ.Α. Χωμενίδης, Το σοφό παιδί (νέα έκδοση), εκδ. Πατάκης, 2016)
- γυμναστικήη άσκηση σύμφωνα με την οποία κάποιος έλκει το σώμα του προς τα πάνω, καθώς πιάνεται από ένα μονόζυγο ή δίζυγο Βικιλεξικό
- η γοητεία που ασκεί κάποιος προς τους άλλους, η ικανότητά του προς προσέλκυση των άλλων Βικιλεξικό
- γραμματικήφαινόμενο όπου μέρος μιας προτάσεως αλλάζει μορφή αναλογικά καθώς έλκεται από διπλανό του, οδηγώντας σε συντακτικό σφάλμα Βικιλεξικό
- Τα ονόματα όλων όσων υπέγραψαν. Αντί για «όλων όσοι», διότι το όσοι αποτελεί υποκείμενο του ρήματος υπέγραψαν. — Εδώ το όσων προκύπτει σφαλερώς από έλξη του όλων.
- < υπώνυμα: έλξη του αναφορικού
Ετυμολογία
έλξη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἕλξις και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική attraction.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έλξη | έλξεις |
| Γενική | έλξης | έλξεων |
| Αιτιατική | έλξη | έλξεις |
| Κλητική | έλξη | έλξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →