Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εμμένω

ρήμα
•
  1. λόγιουποστηρίζω επίμονα, σταθερά και ανυποχώρητα τις θέσεις και απόψεις μου Βικιλεξικό
    • Εμμένουν στις κινητοποιήσεις τους οι οδηγοί φορτηγών. Σχεδιάζουν πεζή διαμαρτυρία στη Βουλή, πιθανότατα την Τρίτη. (*)

Ετυμολογία

εμμένω < αρχαία ελληνική ἐμμένω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →