εμμένω
•
- λόγιουποστηρίζω επίμονα, σταθερά και ανυποχώρητα τις θέσεις και απόψεις μου Βικιλεξικό
- Εμμένουν στις κινητοποιήσεις τους οι οδηγοί φορτηγών. Σχεδιάζουν πεζή διαμαρτυρία στη Βουλή, πιθανότατα την Τρίτη. (*)
Ετυμολογία
εμμένω < αρχαία ελληνική ἐμμένω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →